Tuesday, December 12, 2017

Τρούμαν Καπότε, “Εν ψυχρώ”

Θρυλικό βιβλίο. Μια πραγματική ιστορία που γίνεται μυθιστόρημα. Χωρίς να προδίδεται η αλήθεια. Χωρίς να εκπίπτει η λογοτεχνία. Όλα ριγμένα ξανά στο χαρμάνι της αφήγησης.


Truman Capote
“In Cold Blood”
1966          
         
Τρούμαν Καπότε
“Εν ψυχρώ”
μετ. Α. Κορτώ
εκδόσεις Πατάκη -2017    


Εμβληματικό έργο. Γραμμένο στην Ιστορία. Πρότυπο αυτού που ονομάστηκε Non-fiction. Πρόκειται για έργα που σχετίζονται με τη δημοσιογραφία και ακολουθούν τη λεγόμενη New Journalism.

Ο Καπότε λειτουργεί ως συγγραφέας σαν δημοσιογράφος. Με απλά λόγια καταπιάνεται με ένα πραγματικό γεγονός, τη δολοφονία των τεσσάρων μελών της οικογένειας Clutter, και το κάνει λογοτεχνία με τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια. Δηλαδή κάνει πρώτα έρευνα σαν δημοσιογράφος, καταγράφει τα περιστατικά, συγκεντρώνει μαρτυρίες, βρίσκει άρθρα και reportage. Κι έπειτα γράφει τα γεγονότα, με μια πολυφωνική – πολυεστιακή αφήγηση, που βλέπει όλες τις πτυχές, ακόμα και των δύο δολοφόνων. Μ’ αυτόν τον τρόπο εισάγει τη δημοσιογραφία μέσα στη λογοτεχνία και τη λογοτεχνία μέσα στην επικαιρότητα.

Μέχρι κάποιο σημείο παρακολουθούμε στεγνά τη διαδρομή των μελών της οικογένειας εκείνη τη μέρα. Ο πατέρας Herbert Clutter, πολύ αγαπητός στην περιοχή, η ψυχικά διασαλευμένη μητέρα, η κόρη Nancy και ο γιος Kenyon κάνουν ό,τι περίπου έκαναν στη φυσιολογική ζωή τους. Μέχρι εκεί δεν πετάμε από την έξαψη… αλλά όταν βρίσκονται κατακρεουργημένοι, χωρίς λόγο, χωρίς εμφανείς εχθρούς, χωρίς κίνητρο, έρχεται το ισχυρό ενδιαφέρον να μας παρασύρει. Και παράλληλα δύο πρώην κατάδικοι, ο Richard Eugene "Dick" Hickock και ο Perry Edward Smith, περνάνε από την περιοχή και λίγο πολύ ξέρουμε ότι αυτοί διέπραξαν το αποτρόπαιο έγκλημα, αλλά μένει ένα μεγάλο ερωτηματικό, γιατί και πώς.

Η βασική του βιβλίου καινοτομία συναντά τον αναγνώστη. Σαν να διαβάζει αυτός εφημερίδα σε συνέχειες και αναζητώντας το σημείο τομής του πριν και του μετά τον φόνο. Μια οικογένεια που βρίσκεται κατακρεουργημένη, δυο περαστικοί κατάδικοι φτάνουν στο έγκλημα. Δεν είναι αστυνομικό, δεν είναι δικαστικό. Είναι μια αληθινή ιστορία που γίνεται λογοτεχνία με την πιστότητα της δημοσιογραφίας, αλλά και με τη φαντασία του συγγραφέα, που δεν προδίδει την αλήθεια.

Δεν γράφω άλλα. Είναι μια ανατροπή της λογοτεχνικής γλώσσας και φαντασίας, και μαζί μια ανανέωση.


> Ο Τρούμαν Καπότε (1924-1984) γεννήθηκε ως Τρούμαν Στρέκφας Πέρσονς στη Νέα Ορλεάνη και μεγάλωσε στο Μόνροβιλ της Αλαμπάμα. Μαζί με την Κάρσον ΜακΚάλλερς, τη Γιουντόρα Γουέλτυ, τον Γουίλλιαμ Φόκνερ, εκπροσωπεί (με τον δικό του εκκεντρικό τρόπο) τη λογοτεχνία του αμερικανικού Νότου. Μάλιστα, στο περίφημο μυθιστόρημα της Χάρπερ Λι "To Kill a Mockingbird" (Ελληνική απόδοση: "Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια" εκδόσεις Bell, 1984, 2005) ο χαρακτήρας του νεαρού, ιδιόρρυθμου Ντιλ είναι εμπνευσμένος από τον Καπότε. Η λογοτεχνική του καριέρα άρχισε όταν μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, όπου μέσα σε λίγο καιρό είχε γίνει σχεδόν διάσημος: τόσο για τα διηγήματά του όσο και για το παράξενο ντύσιμό του. Το πρώτο του μυθιστόρημα, "Άλλες φωνές, άλλοι τόποι", κυκλοφόρησε το 1948 και προκάλεσε σκάνδαλο γιατί έθιγε το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας (που ήταν τότε ταμπού). Στη συνέχεια, ο Καπότε ταξίδεψε στην Ευρώπη, εξέδωσε μια συλλογή διηγημάτων και κατάφερε να γίνει εκ των ων ουκ άνευ στα πάρτι και των δύο ηπείρων. Ακολούθησε το μυθιστόρημα "Η άρπα από χορτάρι" (1951), και το "Πρόγευμα στο Τίφφανυς" (1958), που εξυμνεί την πόλη της Νέας Υόρκης και τη ζωή έξω από τους κοινωνικούς θεσμούς. Η ενασχόληση του Καπότε με τη δημοσιογραφία κατέληξε στο μυθιστόρημα-ρεπορτάζ "Εν ψυχρώ", το οποίο εμπνεύστηκε από ένα ειδεχθές έγκλημα που συνέβη στο Κάνσας. Όπως γράφουν οι κριτικοί και οι βιογράφοι του (όπως ο Τζόσεφ Γουολτμέιρ και ο Τζόρτζ Πλίμπτον), ο Τρούμαν Καπότε ήταν "ένας Νότιος, γοτθικός συγγραφέας, δημοσιογράφος και γλεντζές". Αυτό τα λέει όλα..

Πάπισσα Ιωάννα

Friday, December 08, 2017

Luigi Bartolini, “Ο κλέφτης των ποδηλάτων”

Η κλοπή ποδηλάτων μια θαυμάσια αφορμή για περιήγηση στη μεταπολεμική Ρώμη. Μια μικρο-σκοπική ματιά στην καθημερινότητα που είναι γεμάτη τύπους, πρώην φασίστες και νυν περιθωριακούς, μικροαπατεώνες αλλά και καλά οργανωμένους εγκληματίες, άβουλους αστυνομικούς και ένα κράτος που δεν ξέρει πώς να ξαναβρεί τα βήματά του.


Luigi Bartolini
“Ladri di biciclette”
1946

“Ο κλέφτης των ποδηλάτων”
μετ. Κ. Καφετζή
εκδόσεις Μεταίχμιο -2017


Η ταινία του Vittorio De Sica του 1948 θεωρείται ένα απ’ τα αριστουργήματα του ιταλικού νεορεαλισμού. Έλαβε μάλιστα βραβείο Oscar το 1950 κι έχει χαρακτηριστεί ως μια από τις σημαντικότερες ταινίες ever.

1944: ένας φτωχός συγγραφέας χρησιμοποιεί το ποδήλατό του (έχει μάλιστα δύο), για να κάνει βόλτες και να εμπνέεται. Μια μέρα όμως του το κλέβουν. Κι αυτός αφιερώνει μέρες και ώρες στα στέκια των κλεφτών και των κλεπταποδόχων για να το βρει. Ξέρει όμως ότι μάλλον είναι μάταιο. Ένας τεράστιος στρατός από κλεφτρόνια, τσιλιαδόρους, κλεπταποδόχους, μάστορες κ.ο.κ. εξαφανίζουν τα ίχνη από τα κλεμμένα ποδήλατα, είτε αποσυναρμολογώντας τα σε εξαρτήματα είτε αλλοιώνοντας πλήρως τα χαρακτηριστικά τους. Κι έπειτα τα προωθούν στην αγορά.

Το έργο πέρα από τον πρωταγωνιστή-θύματος δεν έχει άλλους χαρακτήρες. Αυτό όμως δεν το μειώνει καθόλου. Η περιδιάβαση του αφηγητή είναι αφενός μια θαυμάσια εξιστόρηση σκηνών και περιπετειών. Αλλά ταυτόχρονα και μια μικρή μελέτη, ένα ζωντανό δοκίμιο, για την κλοπή και την κουλτούρα της. Οι τρόποι, οι συνήθειες, οι πρακτικές. Και με κέντρο αυτό εκτείνονται επάλληλοι κύκλοι, που ξεκινούν από την τοιχογράφηση της ιταλικής κοινωνίας. Της μεταπολεμικής. Ο μικρόκοσμος του περιθωρίου, των μικροαπατεώνων, της ευρύτερης κοινωνικής ζωής μιας χώρας που βγαίνει από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Νεορεαλιστικά ο κόσμος αποδίδεται μέσα στην καθημερινότητά του. Μέσα στα κόλπα για την επιβίωση. Στις απατεωνιές για να βγει το μεροκάματο. Στο πολύβουο μελίσσι τύπων και στιγμιότυπων.

Παράλληλα, ξεδιπλώνεται το πολιτικό σκηνικό. Η απο-φασιστοποίηση της Ιταλίας μες στη δεκαετία του ’40. Οι παλιοί fascisti κρύβονται ή κατηγορούν τους άλλους για φασίζουσα συμπεριφορά. Το στίγμα του fascista που διακινείται αληθώς ή ψευδώς. Κοινωνικά λοιπόν και πολιτικά η κλοπή των ποδηλάτων εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πεδίο, όπου η ανομία, η απουσία του κράτους, η παραβατικότητα, η αυθαιρεσία, το άτομο ως θύτης και θύμα, οι δυνατότητες επιβίωσης, η μεταπολεμική παρακμή κι οι προσπάθειες ανόρθωσης της κοινωνίας παρελαύνουν ως βασικά συστατικά της γραφής. Πού και πού ακούγονται και φιλοσοβιετικές νύξεις για τη δίκαιη κοινωνία της ΕΣΣΔ, όπου δεν υπάρχουν κλέφτες.

Το 1944 διαδραματίζονται τα γεγονότα. Το 1946 εκδίδεται το βιβλίο. Το 1948 γυρίζεται ταινία. Το 1950 παίρνει το βραβείο Oscar. Κάθε δυο χρόνια το αρχικό κείμενο ανεβαίνει ένα σκαλί, όχι στην καταξίωση αλλά στη δημοφιλία.


> Ο Λουίτζι Μπαρτολίνι γεννήθηκε το 1892 στο Κουπρομοντάνα, ένα χωριό της περιοχής Μάρκε. Σπούδασε Καλές Τέχνες στη Ρώμη και τη Σιένα καθώς και διδασκαλία σχεδίου και έλαβε μέρος σε μεγάλες εικαστικές εκθέσεις αποσπώντας σημαντικά βραβεία. Υπήρξε πάντα πρωτοποριακός στο εικαστικό του έργο και θεωρείται ένας από τους πιο σπουδαίους χαράκτες της Ιταλίας του 20ού αιώνα. Η συγγραφική του δραστηριότητα περιλαμβάνει πάνω από 70 έργα κριτικής, πεζογραφίας και ποίησης, καθώς και πλούσια αρθρογραφία με πολλά ιταλικά λογοτεχνικά περιοδικά αναφοράς. Παρότι οι αντιφασιστικές του πεποιθήσεις είναι εμφανείς σε όλο το λογοτεχνικό του έργο, δεν υπήρξε από τους διανοούμενους που είχαν ενεργό επαναστατική δράση, και γι’ αυτό έχαιρε μιας ιδιότυπης ασυλίας από το φασιστικό καθεστώς. Πέθανε στη Ρώμη το 1963.
Πάπισσα Ιωάννα


Sunday, December 03, 2017

Πασκάλ Μπρυκνέρ, “Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα”

Ερωτισμός και διαστροφή. Μα πιο πολύ παιχνίδια εξουσίας μεταξύ των δύο φύλων. Κι ένα μυθιστόρημα που έγινε ταινία, αφήνοντας εποχή.


Pascal Bruckner
“Lunes de fiel”
1981
Πασκάλ Μπρυκνέρ
“Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα”
μετ. Γ. Στρίγκος
εκδόσεις Πατάκης -2017


Ο Πατριάρχης Φώτιος το ’χε διαβάσει στην παλιότερη έκδοση του 1990 (εκδ. Αστάρτη), ενώ οι νεαροί της παρέας είχαμε δει την ταινία του Polansky Bitter Moon” του 1992. Η επανέκδοση δίνει αφορμές για να ξαναδούμε τις αναμνήσεις μας.

1979: πλοίο πλέει στη Μεσόγειο με προορισμό την Κωνσταντινούπολη. Ένα ζευγάρι φιλολόγων ταξιδεύει, με στόχο του ταξιδιού την Ινδία. Ο Didier, που είναι κι ο αφηγητής, κι η σύντροφός του Beatrice. Σχετικά συμβατικοί, σχετικά συντηρητικοί. Σε σχέση βέβαια με ό,τι θα συναντήσουν εν πλω. Κι αυτό είναι η νεαρότατη Rebecca με τον ανάπηρο σύζυγό της Franz. Ο τελευταίος αναλαμβάνει χρέη ενδοκειμενικού αφηγητή, ώστε να εξιστορήσει στον Didier τον έρωτά του με τη Rebecca. Ένα πλοίο είναι το σκηνικό, αλλά η δράση μάς πάει πίσω στο Παρίσι.

Όλη η ιστορία με τη Rebecca είναι μια εκσυγχρονισμένη εκδοχή ιστοριών από τον Μαρκήσιο Ντε Σαντ. Είναι η γαλλική παράδοση στην ερωτογραφία που συνεχίζεται σε μια κουλτούρα ποιητικού πορνό. Ο έρωτας κι ο ερωτισμός, το σώμα κι η ακολασία, η λατρεία της γυναίκας και της ηδονής. Ύστερα η ουρολαγνεία κι έπειτα η κοπρολαγνεία… Η ερωτικότητα τραβά την ανηφόρα. Κάθε φορά και πιο πρόστυχη, και πιο ακόλαστη. Μέχρι κορεσμού, που θα οδηγήσει και στην έκρηξη. Ο ερωτισμός αντανακλά και τη σχέση του Franz με τη Rebecca. Σε δυο τουλάχιστον περιπτώσεις αυτός της επιβλήθηκε κι αυτή ζήτησε γονατιστή συγγνώμη, αλλά… OMG. Αλλά μάλλον αυτή είναι η δεσποτική φυσιογνωμία μέσα στο ζευγάρι. Στα παιχνίδια σαδισμού και μαζοχισμού, αυτή έχει πιθανότατα το πάνω χέρι.

Η ιστορία κερδίζει πολύ με την επιλογή του Bruckner να βάλει έναν εσωτερικό αφηγητή. Τον ίδιο τον Franz να εξιστορεί και ταυτόχρονα να εκφράζει την έξαψη του πάθους και την ηδονή πούνιωθε σε κάθε περίοδο της σχέσης του με τη νεαρή γυναίκα του. Έτσι, η αφήγησή του μετατρέπεται σε μια λυρική έξαρση. Σε μια λογοτεχνική αναμάγευση της ηδονής, σε μια ποιητικοποίηση της πορνογραφίας. Σαν τον Εμπειρίκο που κατακτά τον αναγνώστη με το ύφος. Που μετατρέπει πολυάριθμες στάσεις και σκηνές σεξ σε λογοτεχνικό κατόρθωμα. Έτσι κι ο Bruckner μετουσιώνει τον ερωτισμό σε μαγεία. Όχι κατανάγκην επειδή τον αποδίδει περίτεχνα. Αλλά επειδή τον βάζει να τον ζει ο αφηγητής του καθώς τον αφηγείται. Να τον ξαναβιώνει καθώς τον μετατρέπει σε λέξεις.   

Η καθηλωτική αφήγηση όμως έχει και έναν άλλο στόχο. Με τις διαστροφές που εξιστορεί ο Franz επιχειρεί να παγιδεύσει, εκτός από τον αναγνώστη, και τον Didier. Ο τελευταίος πέφτει στη σαγήνη της αφήγησης και ποθεί την Rebecca. Πριν του την προσφέρει ο ίδιος ο άνδρας της. Είναι ένα μυθιστόρημα όπου δύο είδη αφηγήσεων, αυτή που διαβάζουμε εμείς κι αυτή που ακούει ο Didier, λειτουργούν δελεαστικά.


Ωραίο ανάγνωσμα.


> Με σπουδές φιλοσοφίας στο ενεργητικό του (έκανε το διδακτορικό του δίπλα στον Ρολάν Μπάρτ) γράφει εναλλάξ κάθε τόσο μυθιστορήματα και δοκίμια, αρθρογραφεί στο "Νουβέλ Ομπσερβατέρ", είναι διδάκτωρ της φιλοσοφίας στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών του Παρισιού και διδάσκει ως καθηγητής επισκέπτης σε πανεπιστήμια των ΗΠΑ. Ο Πασκάλ Μπρυκνέρ είναι κοσμοπολίτης φύσει και θέσει. Γεννήθηκε το 1948 στο Παρίσι. Έζησε έξι χρόνια στην Αυστρία, πέρασε μέρος της εφηβείας του στη Λυόν και σε ηλικία δεκαέξι ετών εγκαταστάθηκε μόνιμα στη γαλλική πρωτεύουσα. Συμμετείχε στον αναβρασμό του Μάη του '68 διακηρύσσοντας ότι: "Εκείνη την εποχή όλοι είμαστε κομμουνιστές". Έχει δύο παιδιά, ένα γιο και μία κόρη.
Πάπισσα Ιωάννα


Friday, December 01, 2017

Λογοτεχνία και κινηματογράφος

Είμαι φοβερά cinefil. Κι όση ταχύτητα απολαμβάνω σε δύο ώρες ταινίας, τόσο αργό ρυθμό γεύομαι σ' ένα μυθιστόρημα μερικών ωρών ανάγνωσης. Κι όσο χρώμα και κίνηση εισπράττω από ένα film, τόσες λέξεις και νοήματα ρουφάω από ένα καλογραμμένο βιβλίο.

Τι γίνεται όταν ένα βιβλίο μετατρέπεται σε ταινία; Συνήθως οι κρίσεις είναι αρνητικές, τόσο επειδή το έντυπο πρωτότυπο θεωρείται ότι ξεθωριάζει απ' την κινηματογραφική απόδοσή του, όσο και επειδή η σκηνοθετική ματιά εγκλωβίζει την αναγνωστική ματιά σε μία και μόνη οπτική πραγματικότητα και έτσι περιορίζεται η φαντασία.

Όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πολλά βιβλία έγιναν διάσημα μέσω των ομώνυμων films ή των διασκευών τους σε serials. Μια γρήγορη περιήγηση στο internet μπορεί να μας θυμίσει τέτοιες απόπειρες μετουσίωσης:


Πολλές βέβαια ταινίες στηρίχτηκαν σε best sellers κι έγινα κι αυτές εμπορικές ταινίες για μαζική κατανάλωση. Το βέβαιο πάντως είναι ότι η μεταφορά από το ένα είδος στο άλλο δίνει ώθηση, εμπορική ή ποιοτική, και στα δύο είδη.
Τρία τέτοια βιβλία που έγιναν και ταινία θα παρουσιάσω προσεχώς.

Πάπισσα Ιωάννα

Tuesday, November 28, 2017

“Άκου, πτώμα να μαθαίνεις” του Ιερώνυμου Λύκαρη

Πολλά αστυνομικά μυθιστορήματα στηρίζονται σ' ένα βαθύ κοινωνικό πρόβλημα, το οποίο αναδεικνύουν μέσα απ' την επιφάνεια του εγκλήματος. Εδώ η αστυνομία κι η σήψη στους κόλπους της.



Ιερώνυμος Λύκαρης
“Άκου, πτώμα να μαθαίνεις”
εκδόσεις Καστανιώτη -2017



            Τον Αύγουστο θάθελα στις αποσκευές μου μερικά αστυνομικά, όσο κι αν τάχω βαρεθεί, όσο κι αν με εκπλήσσουν όλο και λιγότερο.

            Πρόκειται για ένα καθαρόαιμο αστυνομικό έργο με ήρωα έναν ριγμένο εισαγγελέα. Και λέω ριγμένο, επειδή του τη φέρανε σπιλώνοντας το όνομά-του. Όταν άρχισε να σκαλίζει υποθέσεις που …δεν έπρεπε. Έτσι, περνά ένα διάστημα απόσυρσης. Κι έπειτα διορίζεται σε μια μάλλον ανούσια θέση στη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων της Αστυνομίας. Κι εκεί πέφτει πάλι σε θέματα που κάνουν …τζιζ.
            Ο υποδιευθυντής του παραδίδει εμπιστευτικά έναν φάκελο. Έναν φάκελο που καίει τον διευθυντή Χαρομήτρο, με τον οποίο ο υπό- είχε άριστες σχέσεις και μάλιστα ήταν και κουμπάροι. Και πάνω που ο εισαγγελέας πάει να ξεφλουδίσει την καυτή πατάτα, ο υπο- τα …κακαρώνει. Έμφραγμα του μυοκαρδίου ή “έμφραγμα του μυοκαρδίου”; Φυσιολογικός θάνατος ή επισπευσμένος; Κι η μοιραία χήρα (πάντα στα αστυνομικά πρέπει να παρελαύνει μια femme fatale) τι ρόλο παίζει;
            Δύο πράγματα ξεχωρίζω προχωρώντας το μυθιστόρημα. Απ’ τη μια, οι πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις, καθώς αναδεικνύεται όλη η διαφθορά της ελληνικής αστυνομίας και της σήψης της λόγω του χρήματος και της εξουσίας. Απ’ την άλλη τα ευφάνταστα παρατσούκλια που ο εισαγγελέας δίνει στους διαφόρους εμπλεκομένους. Κι αυτό αλατίζει το κείμενο μ' αλμύρα και μπρίο. Κάνει τα πρόσωπα ανθρώπινους τύπους. Όχι μεμονωμένα και συγκεκριμένα, αλλά σύμβολα και στερεότυπα.
            Η υπόθεση προχωρά σταθερά αλλά και γρήγορα. Αυτή κυλάει και συσσωρεύει επιφυλάξεις και στοιχεία. Σαν τον εισαγγελέα αφηγητή που προσέχει και καταστρώνει σχέδιο. Ο στόχος είναι ορατός. Ο Χαρομήτρος. Ο μόνος με όνομα. Ή σχεδόν ο μόνος. Απ' τους λίγους, αφού είναι το κέντρο της ιστορίας. Επομένως, το αίνιγμα δεν έγκειται στο ποιος αλλά στο πώς. Στο πώς θα αποκαλυφθεί ο εγκέφαλος του κυκλώματος. Πώς θα καταφέρει δηλαδή ο αποφασισμένος ήρωας να ξεσκεπάσει το κεφάλι. Το σχέδιο αποβλέπει σε αποκαλυπτικά ρεπορτάζ. Σε δέσιμο των στοιχείων ώστε ο ίδιος να μη φαίνεται. Κι όντως, με τη βοήθεια ενός φίλου δημοσιογράφου, στήνει την πλεκτάνη. Και στο τέλος… πετυχαίνει.
            Το έργο του Λύκαρη είναι ένα κλασικό νουάρ, όπου η πλοκή ταυτίζεται με τον τρόπο αποκάλυψης του (γνωστού) δράστη. Η δέση αυτή μετράει περισσότερο από το τέλος.


            Κλασικό αστυνομικό για γρήγορο διάβασμα με την ταχύτητα των τέτοιου είδους μυθιστορημάτων. Κάπου η εξέλιξη ήταν αναμενόμενη κι αυτό ξενερώνει λίγο. Το μήνυμα για τη διαφθορά στον χώρο της αστυνομίας είναι ευκρινές. Η λύση φέρνει και την αισιοδοξία ότι κάθε κύκλωμα μπορεί να σπάσει. Αυτά.

> Ο Ιερώνυμος Λύκαρης γεννήθηκε στην Αθήνα. Πήρε μέρος στον αντιδικτατορικό αγώνα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και για πολλά χρόνια μετά υπηρέτησε επαγγελματικά την ιδέα της κοινωνικής απελευθέρωσης. Κατά καιρούς έκανε διάφορες σχετικές και άσχετες με το γράψιμο δουλειές, περιπλανήθηκε πολύ σε όλο τον κόσμο, και έζησε για μια δεκαπενταετία αυτοεξόριστος στην Αυστραλία.
Το 2011 εκδόθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα "Το ρομάντζο των καθαρμάτων", στο οποίο αναδεικνύονται ως φάρσες και τραγωδίες οι πολυδαίδαλες σχέσεις του οργανωμένου εγκλήματος με επιχειρηματίες, δημοσιογράφους και πολιτικούς. Η κριτική το χαρακτήρισε "άρτιο από κάθε άποψη", "αφηγηματικά απολαυστικό", μια "συμβολική βιογραφία της ελληνικής διαφθοράς", "επίκαιρο όσο δεν παίρνει".
Ακολούθησε το πολιτικό νουάρ μυθιστόρημα "Μαύρα κουφέτα" (2013), "ένα ρέκβιεμ για τη χαμένη ουτοπία του 20ού αιώνα", το οποίο η κριτική επίσης υποδέχτηκε ως "άρτιο υπόδειγμα αστυνομικού μυθιστορήματος", όπου "το σασπένς βγαίνει από τις κοινωνικές μεταλλάξεις [...] και οι ανθρώπινες συγκρούσεις έχουν ως κινητήρια δύναμη τις ιδεολογικές καταβολές των ηρώων".
"Η ζήλια είναι μαχαιριά" (2014) ήταν η πρώτη από μια σειρά μαύρων κωμωδιών, στην οποία κινητήρια δύναμη και καταλύτης των ανθρώπινων πράξεων είναι κάθε φορά ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα. "Το Άπληστε κόσμε, κάλπικε" (2015) ήταν το δεύτερο βιβλίο της σειράς αυτής. Πριν τη έκδοση του πρώτου του μυθιστορήματος (2011), πρωτοδημοσίευσε κείμενά του στο δεύτερο, τρίτο και τέταρτο τόμο των "Ελληνικών εγκλημάτων" (2008 και 2011).

Πατριάρχης Φώτιος

Friday, November 24, 2017

John Fante, “Ρώτα τη σκόνη”

Μεσοπόλεμος στην Αμερική, ένας συγγραφέας θέλει να γίνει διάσημος και πλούσιος, ένας έρωτας μες σε καπνούς και σε βρισιές, συγκρούσεις στα όρια της καθημερινότητας.


John Fante
“Ask the Dust”
1939
“Ρώτα τη σκόνη”
μετ. Γ. Λιβαδάς
εκδόσεις Μεταίχμιο -2017


Πρόλογος Charles Bukowsky! Ουάου. Για κάποιους σημαίνει αμέσως ότι είναι ένα ακόμα ευαγγέλιο της ανεπιτήδευτης λογοτεχνίας. Του ποτού, του τσιγάρου, της ανένταχτης σκέψης. Για να δούμε.

Απ’ τις πρώτες σελίδες μού θύμισε Knut Hamsun και τις περιπλανήσεις του ήρωας της “Πείνας”. Και ο Arturo Bandini και ο Νορβηγός ομόλογός του είναι συγγραφείς, αλλά κι οι δυο μπατίρηδες. Περιφέρουν την πείνα τους, προσπαθούν όπως όπως να τα βολέψουν, σκέφτονται φοβερά και τρομερά άρθρα ή ιστορίες που θα πουλήσουν στις εφημερίδες για λίγα χρήματα. Τελικά, η επίδραση του Fante στους Bukowski και Kerouac είναι φυσικά ο εξαμερικανισμός της χαμσουνικής αλήτικης πρωτοπορίας.

Το “Ρώτα τη σκόνη” βέβαια διαφέρει αρκετά από το νορβηγικό ανάλογό του. Όχι μόνο επειδή αναφέρεται στον αμερικανικό μεσοπόλεμο και στις συνέπειες του κραχ. Όχι μόνο επειδή θέτει ως σκηνικό το Los Angeles με τις χαοτικές διαφορές των κατοίκων του. Αλλά κυρίως επειδή περιχύνει πάνω στην δυσχέρεια και τη ανέχεια humor και αυτοσαρκασμό. Όταν π.χ. ο Bandini αποφασίζει τελικά να κλέψει λίγο γάλα, …ανακαλύπτει ότι είναι ξινόγαλα, που δεν του αρέσει καθόλου.

Από κει και πέρα ο έρωτάς του για την Camilla Lopez και οι διαρκείς συγκρούσεις τους, ειδικά όταν γίνεται κατανοητό ότι αυτή αγαπά τον ετοιμοθάνατο Sami.

Πάνω σ’ αυτόν τον καμβά γεννιούνται μικροθέματα. Οι ξένοι, όπως ο Ιταλός Bandini και η Μεξικάνα Camilla. Οι φιλοδοξίες του ήρωα που φαντάζεται τον εαυτό του μεγάλο συγγραφέα. Η φτώχια και η προσπάθεια για επιβίωση με όσα χρήματα βγάζει από τα δημοσιευμένα διηγήματά του. Και φυσικά ο έρωτας, ανανταπόδοτος, σκληρός, σαρκαστικός, κουρασμένος, διεκδικητικός, σαρκοβόρος. Είναι μια συγκλονιστική σκηνή, όταν η Camilla κατεβάζει τον Arturo από τ’ αμάξι στη μέση του πουθενά, επειδή προηγουμένως δεν μπόρεσε αυτός να πετύχει επανειλημμένα στη σκοποβολή τον στόχο. OMG. Αλλά η εξήγηση, σκληρή και βγαλμένη από ένα μίσος, έγκειται στο ότι ο Bandini δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της. Αυτή θα το ήθελε, αυτός δεν μπορούσε, αυτή έλπιζε, αυτός αδυνατούσε, ώσπου με απύθμενη απέχθεια τον πέταξε στον δρόμο.

Γλυκόπικρο. Η εναλλαγή μεταξύ του Arturo Ι και Arturo ΙΙ, η εναλλαγή προσώπων, η μεγαλοσχήμων φιλοδοξία του, ο αδιέξοδος έρωτας προς την Μεξικάνα σερβιτόρα φτιάχνουν ένα ενδιαφέρον ανάγνωσμα. Κωμικό και τραγικό μαζί. Αλλά παράλληλα η χαλαρή δομή και η αδυναμία μου να ταυτιστώ με έναν τέτοιο ήρωα με έκανε επιφυλακτική. Άλλες εποχές, άλλοι προβληματισμοί, άλλοι έρωτες…


> Ο John Fante (1909-1983), Αμερικανός από γονείς ιταλικής καταγωγής, μεγάλωσε στο Boulder του Κολοράντο, όπου και παρακολούθησε για μικρό διάστημα κάποια μαθήματα στο Πανεπιστήμιο. Το 1929 παράτησε τις σπουδές του και εγκαταστάθηκε στη Νότια Καλιφόρνια για να επικεντρωθεί στη συγγραφή. Υπήρξε ένας από τους πρώτους συγγραφείς που αποτύπωσαν τις αντιξοότητες της ζωής στο Λος Άντζελες για νέους ανθρώπους που ψάχνουν την τύχη τους και άσκησε επιρροή τόσο στον Τσαρλς Μπουκόβσκι όσο και στον Τζακ Κέρουακ. Έχει χαρακτηριστεί ως ένας από τους εγκληματικά παραγνωρισμένους Αμερικανούς συγγραφείς (περιοδικό Time Out).

Πάπισσα Ιωάννα

Monday, November 20, 2017

Ίαν ΜακΓκουάιρ, “Σκοτεινός αρκτικός”

Υποψήφιο για Booker 2016. Κι εγώ που διψώ για ό,τι καλό ακούγεται διεθνώς, το αναζήτησα μόλις το είδα στο βιβλιοπωλείο. Τι έχει να πει ένας συγγραφέας που γράφει για τον 19o αιώνα; Και τι μαγικό κρύβει μια φαλαινοθηρική περιπέτεια;



Ian Makgkouair
“The North Water”
London -2016

Ίαν ΜακΓκουάιρ,
“Σκοτεινός αρκτικός”
μετ. Γ. Μπλάνας
εκδόσεις Ψυχογιός -2017


Μια ιστορία αλήθειας και κλείνει το τραύμα (MC Yinka):
Απ’ την αρχή είχα τις επιφυλάξεις μου για το αν θα μ’ αρέσει. Γιατί; Γιατί μου φαινόταν πολύ ανδρικό το θέμα. Ένα φαλαινοθηρικό ξεκινά για τον Βόρειο Πόλο προκειμένου να συλλέξει λίπος φάλαινας. Βαρβατίλα, αγριάδα, περιπέτεια… Μπλιαχ!


Τα κακά τα κείμενα / Τη δική μου τη φθορά / Τα ψευτοπαλίκαρα (MC Yinka):
Το “Volunteer” ξεκινά για το κυνήγι της φάλαινας στα ίχνη του “Moby Dick”. 19ος αιώνας, ιστιοφόρα, άνδρες που κυνηγούν το χρήμα, βαρέλια, καυγάδες, βρόμα, κίνδυνοι, σαν να τα βλέπω μπροστά μου στην οθόνη, σαν ταινία του cinema να προβάλλει τη βία και το σκληρό αντριλίκι. Υπό την καθοδήγηση του αποτυχημένου καπετάνιου Brownly, ξεκινάνε καμιά σαρανταριά άνδρες και έφηβοι. Ανάμεσά τους ο σκληροτράχηλος Henry Drucks, ο οποίος έχει ήδη σκοτώσει δύο τουλάχιστον ανθρώπους. Ο Makgkouair έχει φροντίσει να μας διαγράψει εξ αρχής το ποιόν του. Κι απ’ την άλλη ο γιατρός Patrick Shamner, που θήτευσε την Ινδία και αποτάχθηκε από το στράτευμα γιατί εγκατέλειψε τη θέση του προκειμένου να βρει λάφυρα.

Όλα ξεκινάνε όταν ο νεαρός Joseph βρίσκεται σοδομισμένος. Κι έπειτα από λίγες ώρες δολοφονημένος. Ποιος σκότωσε το παιδί; Ο Shamner έχει σοβαρές ενδείξεις να υποπτεύεται τον Drucks, αλλά δεν είναι εύκολο να πείσει τους άλλους… Η εξέλιξη της υπόθεσης φέρνει τους φαλαινοθήρες αντιμέτωπους με το ναυάγιο του πλοίου τους, την παραμονή τους στον πάγο, την αφιλόξενη γη της Αρκτικής. Η φύση είναι απηνής, ο θάνατος αμείλικτος.

Βασικά, πίστευα ότι το έργο κινείται πάνω στον συνηθισμένο άξονα της πάλης του ανθρώπου με τη φύση. Ο παγωμένος αρκτικός κύκλος, η αρκούδα που σκότωσε έναν ναύτη, οι φάλαινες κι η τεράστια δύναμή τους κ.ο.κ. Όμως όλα αυτά μπαίνουν μάλιστα σε δεύτερη μοίρα. Ένας δεύτερος άξονας έρχεται να δεσπόσει. Είναι η πάλη του ανθρώπου με τον άνθρωπο σε ένα μικροπεριβάλλον που δεν ευνοεί τη δικαιοσύνη, την ηθική και τη νομιμότητα. Η αγριάδα της φύσης δεν επιτρέπει “ανθρωπιστικές πολυτέλειες”. Τελικά, οι δύο άξονες συμπλέουν σαν βάρκες που κωπηλατούνται παράλληλα. Και πού και πού συγκρούονται πλώρη με πλώρη.
 
Το μυαλό μου ν’ ανοίξει να δώσει τροφή στην πένα (MC Yinka):
Μόλον που η υπόθεση είναι καλογραμμένη, λείπει η υπομονή και η ένταση στα καίρια σημεία. Θα μπορούσε ο Makgkouair δώσει μεγαλύτερη ένταση. Να δώσει πιο αργά τα σημεία εκείνα που παίζουν καθοριστικό ρόλο κι έτσι να κάνει τη μάχη με τη φύση και τον Drucks πιο δραματική. Να μετατρέψει τη σκληρή κινηματογραφική περιπέτεια σε θριλερικό μυθιστόρημα.

Too mannish for me!


> Ο Ίαν Μακγκουάϊρ μεγάλωσε κοντά στο Χαλ και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ και στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια στις ΗΠΑ. Είναι ιδρυτής και συνδιευθυντής του Centre for New Writing του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ. Γράφει λογοτεχνικές κριτικές και μυθιστορήματα, ενώ ιστορίες του έχουν δημοσιευθεί στο Chicago Review, στο Paris Review κ.α. Το "The North Water" είναι το δεύτερό του μυθιστόρημα.

Πάπισσα Ιωάννα